Σε μια περίοδο, σαν τη σημερινή με σχεδόν μια δεκαετία μνημονίων να κλείνει στις πλάτες του ελληνικού λαού, αλλά και μια όλο και βαθύτερη συνειδητοποίηση από όλους σε διεθνές επίπεδο πως η δομική κρίση του καπιταλισμού δεν είναι κάτι που απλά θα περάσει, είναι αναγκαίο για εμάς να μιλήσουμε για τους δύο κόσμους που συνυπάρχουν και συγκρούονται και στην κοινωνία αλλά και στο πανεπιστήμιο. Από τη μία έχουμε τον κόσμο του αστικού μπλοκ, εκείνων που στο πανεπιστήμιο εκπροσωπούν οι καθεστωτικές δυνάμεις ΔΑΠ-ΠΑΣΠ, η πρυτανεία και οι μεγαλοκαθηγητάδες και που σαν κύριο στόχο έχουν την όλο και μεγαλύτερη φίμωση των συλλόγων και τη διασφάλιση των συμφερόντων ΕΕ-κεφαλαίου και κυβέρνησης μέσα σε αυτό. Από την άλλη όμως είναι αναγκαίο να δούμε και τον άλλο κόσμο. Εκείνον που ασφυκτιά από το μαύρο μέλλον που του ετοιμάζουν, την προοπτική της ανεργίας και της συνεχούς εργασιακής επισφάλειας αλλά και από το μαύρο της εποχής που ζει, εκείνο που τον αναγκάζει να δουλεύει με «σπασμένα» ωράρια χωρίς ασφάλιση ή να διαβάζει ακατάπαυστα με σκοπό να τελειώσει πιο γρήγορα τη σχολή χωρίς να έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο. Εκείνον τον κόσμο όμως που είναι ικανός μέσω των αγώνων του να απαιτήσει και να πάρει πίσω όσα του ανήκουν.


Πιο συγκεκριμένα όσον αφορά το μέτωπο της παιδείας. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέσα στο κατακαλόκαιρο με τις σχολές κλειστές πέρασε στα θερινά τμήματα της βουλής το νόμο Γαβρόγλου. Εκ πρώτης όψεως ο νόμος Γαβρόγλου φαίνεται αθώος, παρόλα αυτά είναι μια ποιοτική αναβάθμιση στην επίθεση που γίνεται από μεριάς κυβέρνησης-Ε.Ε.-κεφαλαίου στην παιδεία και πιο συγκεκριμένα στο πανεπιστήμιο. Πιο συγκεκριμένα, με πρόφαση την έλλειψη κρατικής χρηματοδότησης προωθεί την οικονομική αυτοτέλεια των ιδρυμάτων εμπορευματοποιώντας περαιτέρω την εκπαίδευση και την έρευνα μέσω χρηματοδότησης από τον ιδιωτικό τομέα. Το Κεφάλαιο και η ΕΕ επιδιώκει να μετατρέψει την εκπαίδευση και την έρευνα σε εμπόρευμα με σταθερό του γνώμονα το κέρδος στις πλάτες των φοιτητών και με εκτελεστικό του όργανο την εκάστοτε κυβέρνηση. Αυτό μεταφράζεται σε μια «ανταποδοτική λογική» στα μεταπτυχιακά, που ναι μεν μπορεί να δημιουργήσουν μεταπτυχιακά χωρίς δίδακτρα αλλά θα δημιουργήσουν μεταπτυχιακά που θα πληρώνονται από την τζάμπα εργασία των ίδιων των μεταπτυχιακών φοιτητών. Ενώ από την άλλη αποκόπτεται η διδακτική επάρκεια από σχολές όπως το μαθηματικό ή η Φιλοσοφική όπου το 80 % των αποφοίτων δουλεύουν ως καθηγητές και πλέον θα είναι αναγκαία η περαιτέρω φοίτηση αλλά και η πληρωμή αυτής για την απόκτηση του πιστοποιητικού της διδακτικής επάρκειας. Δηλαδή όχι μόνο ανοίγει τη συζήτηση για τα δίδακτρα σε προπτυχιακό επίπεδο αλλά τα εισάγει κανονικότητα οξύνοντας τους ταξικούς φραγμούς και πετώντας όλο και περισσότερα παιδιά των λαϊκών οικογενειών εκτός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Επιπλέον, βαθαίνει η σύνδεση του πανεπιστημίου με τη αγορά εργασίας, πατώντας πάνω στην αγωνία της νεολαίας για εύρεση εργασίας ,εξειδικεύοντας τα προγράμματα σπουδών ώστε οι φοιτητές να έχουν συγκεκριμένες δεξιότητες που είναι χρήσιμες για την αγορά την εκάστοτε στιγμή και σε ένα μελλοντικό διάστημα θα εξειδικεύονται αλλού μέσω σεμιναρίων κ.α. , με σκοπό την πολυδιάσπαση της γνώσης άρα και την πολυδιάσπαση του εργατικού δυναμικού. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί και στην προσπάθεια ενσωμάτωσης του φοιτητικού κινήματος μέσω της συνδιοίκησης και της επαναφοράς του ασύλου τα οποία πετιούνται ως «τυράκια» για να αποτρέψουν οποιαδήποτε αντίδραση. Η πραγματικότητα είναι ότι αν εφαρμοστεί ο νόμος όχι μόνο δημοκρατικό δεν θα είναι το πανεπιστήμιο αλλά θα είναι ακόμα πιο αυταρχικό. Γιατί η μόνη δημοκρατικότητα στο πανεπιστήμιο βρίσκεται στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες των γενικών συνελεύσεων και όχι στην συνδιαλλαγή κάποιων «πεφωτισμένων» με την πρυτανεία. Ενώ ένα άσυλο που θα καταστρατηγείται κάθε φορά που θα το θέλει η αστική τάξη και θα μένει στις διακηρυκτικές κορώνες του ΣΥΡΙΖΑ ούτε νόημα θα έχει ούτε πραγματικό άσυλο θα είναι.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται η απόφαση του ΣΕΕΒΙ για το κόψιμο των συγγραμμάτων που έρχεται να αποκρυσταλλώσει με τους πλέον υλικούς όρους την διάλυση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας. Την στιγμή που η σίτιση και η στέγαση είναι ήδη ξεπουλημένη στους ιδιώτες, όπως και οι μεταφορές, το κόψιμο των συγγραμμάτων πραγματικά είναι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της δημόσιας και δωρεάν παιδείας. Η μετακύληση του κόστους φοίτησης στους φοιτητές, μιας βασική πτυχής των ταξικών φραγμών που όλο και εντείνονται ήδη από το λύκειο προσθέτει ένα επιπρόσθετο μεγάλο βάρος στις πλάτες των λαϊκών οικογενειών που δε μπορούν να ανταπεξέλθουν στο υψηλό κόστος φοίτησης με αποτέλεσμα να πετιούνται εκτός εκπαίδευσης.
Όσον αφορά το Γεωπονικό πανεπιστήμιο, τα πράγματα είναι ακόμα πιο ξεκάθαρα. Από την μία μαθαίνουμε από την εξωτερική αξιολόγηση του Γεωπονικού πως το 51% των πόρων του προέρχεται από το ιδιωτικό κεφάλαιο, υπάρχουν εργαστήρια που γίνετε πάρτι επιχειρήσεων και είναι ολοκαίνουρια όπως η Γαλακτοκομία και οι καθεστωτικές παρατάξεις σε σύμπνοια με την πρυτανεία μας λένε πως είμαστε ένα πανεπιστήμιο πρότυπο για την Ελλάδα και από την άλλη βλέπουμε εργαστήρια να υπολειτουργούν και να μην υπάρχουν τα βασικά, βλέπουμε συμφοιτητές να μην μπορούν να βρουν πτυχιακές γιατί μάλλον όλες είναι καπαρωμένες από μεγαλοκαθηγητάδες σε συνεργασία με μεγαλοεπιχειρήσεις και το κερασάκι στην τούρτα βλέπουμε τις πρακτικές να παραμένουν απλήρωτες από τον Ιούλιο του 2014. Η πρακτική άσκηση στη Γεωπονική είναι απαραίτητη για να μπορέσεις να πάρεις το πτυχίο σου. Ωστόσο, αυτό που δε μας λένε είναι ότι και η τζάμπα εργασία είναι απαραίτητη για να τελειώσουμε τη σχολή. Έτσι, από τον Ιούλιο του ’14 δεν έχει πληρωθεί ούτε ένας φοιτητής για την πρακτική άσκηση που έκανε.. μιλάμε για ποσό που υπερβαίνει τις 200.000€!!! Η κουβέντα για τις πρακτικές είναι μεγάλη.. Ο μισθός είναι 58 ευρώ το μήνα (σε κανονική 8άωρη εργασία) και τα ελάχιστα αυτά λεφτά, βάσει νόμου δεν τα πληρώνει ο εργοδότης που απολαμβάνει τη δικιά μας δουλειά αλλά το ίδιο το κράτος. Έτσι λοιπόν τώρα, που το κράτος δεν έχει λεφτά για τη παιδεία, παρά μόνο να αποπληρώνει συνεχώς τους δανειστές του, οι πρακτικές έχουν μείνει απλήρωτες για 2 χρόνια.


Τελικώς για εμάς είναι αναγκαίο να αποφασίσουμε με ποια πλευρά είμαστε. Με αυτή της υποταγής ή με εκείνη που θα μας ξαναβγάλει στο δρόμο της φωτιάς. Να δώσουμε απάντηση στην πολύπλευρη επίθεση που δεχόμαστε εντός και εκτός σχολής με ένα νέο πολιτικό φοιτητικό κίνημα το οποίο θα έχει όπλο τα μαζικά και αμεσοδημοκρατικά του όργανα σαν τη Γενική Συνέλευση και σε ένα ανώτερο επίπεδο τον μόνιμο συντονισμό Γενικών Συνελεύσεων, τα οποία θα είναι ανεξάρτητα από τις δομές της αστικής πολιτικής όπως τα Διοικητικά Συμβούλια και οι πρυτανικές αρχές, θα παράγουν πολιτική από τα κάτω αποτελώντας εργαστήρι πολιτικής συζήτησης και ζύμωσης και θα θέτουν το ζήτημα του φοιτητικού και εργατικού ελέγχου. Το νέο πολιτικό φοιτητικό κίνημα που θα αντιπαλέψει το νόμο Γαβρόγλου, το κόψιμο των συγγραμμάτων, την τζάμπα εργασία στις σχολές και τις στοχεύσεις της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωση πρέπει να αποσκοπεί στην σφαιρική και ολόπλευρη ΜΟΡΦΩΣΗ με σκοπό να εκφράζει τις ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας και να βρίσκεται απέναντι στην καπιταλιστική κερδοφορία. Απέναντι στην εργοδοτική τρομοκρατία με σκοπό την ΔΟΥΛΕΙΑ εκείνη πάνω στο αντικείμενο που σπουδάζουμε με πλήρη εξασφαλισμένα εργασιακά δικαιώματα και συνδικαλιστικές ελευθερίες για όλους. Ενάντια στην κρατική καταστολή και τη φασιστική απειλή για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ να ζούμε με ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ και όπως εμείς θέλουμε. Ελευθερία και αξιοπρέπεια, σαν αυτή που στέρησαν πραξικοπηματικά στην Ηριάννα και τον Περικλή, προκείμενου προδικαστικά να τρομοκρατήσουν μια ολόκληρη γενιά. Το «αντικειμενικό» σύστημα δικαιοσύνης της χώρας πήρε για ακόμα μια φορά ξεκάθαρα εκδικητική στάση απέναντι σε δύο αθώα παιδιά, μόνο και μόνο για να σπάσει το ηθικό και το ψυχικό θάρρος ολόκληρης της νεολαίας. Η λύση λοιπόν, δεν βρίσκεται μέσα από τους θεσμούς του κράτους και την δικιά μας απάθεια αλλά μέσα από τους οργανωμένους – μαχητικούς αγώνες μιας γενιάς που δεν έχει τίποτα να χάσει με το να παλέψει για τις ανάγκες και τα δικαιώματα της.